"Εσείς δεν είδατε τίποτα ακόμα. δεν πάθατε τίποτα. Το λεπίδι δεν έπεσε ακόμα. Εμάς μας θέρισε. Ακριβοί σύντροφοι χάθηκαν κι άφησαν σ' εμάς μια τσατσάρα ή μιαν οδοντόβουρτσα και τους πήρανε από το διπλανό κελί για μαχαίρι, όπως σε παίρνουνε για μια κοινή μεταγωγή. Εγώ έζησα. Έζησα μια νύχτα και πέθανα χίλιες. Ήξερα πως σημαδεύουνε στην καρδιά και, από το μολύβι που μαζεύεται, γίνεται μια μεγάλη τρύπα, που μπορείς να βάλεις τη μπουνιά σου. Τη γλίτωσα. Από τους οκτώ που ήμασταν χάθηκαν οι έξι [...] Εγώ έζησα. Αυτό, όμως, που με κράτησε ακόμα αγωνιστή ήτανε ένας περίεργος έρωτας για εκείνη τη βραδιά που ήτανε πια γεγονός - εκείνη η μεγάλη τρύπα στο μέρος της καρδιάς και όχι ένα φιλολογικό κλαψούρισμα. 'Για να δεις τον κόσμο ανάποδα, τον αδερφό σου ξένο, και τον οχτρό σου αδέρφι σου, αδικοσκοτωμένο', πρέπει να το ξέρεις αυτό και να το αγαπάς. Όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο πιο πολύ δίνεις. Υπάρχουνε σύντροφοι σε άλλες χώρες που νίκησαν, το ξέρω. Αυτός τελικά είναι ο σκοπός: να νικήσουμε κι όχι να πεθάνουμε. Αλλά για να νικήσουμε, πρέπει να πεθάνουμε και για να πεθάνουμε, πρέπει να αγαπάμε τη ζωή. Να' στε σίγουροι, όμως, πως μέσα στο σακίδιό τους, έξω από τα άλλα, είχανε και το θάνατο που τον κουβαλούσαν μέσα τους και είχε γίνει μια μικρή συνήθεια δίπλα από το καθημερινό συσσίτιο. Εσείς δεν είδατε τίποτα και δεν πάθατε τίποτα. Ζήσατε σε χρόνια προδοσίας και σιωπής. Δεκαετίες τώρα μας σφάζουνε κι εμείς σωπαίνουμε. Σφάξε με, Αγά μου, ν' αγιάσω. Τίποτα άλλο. Αυτό όμως θα πάψει. και θα πάψει από εσάς, όσο κι αν εσείς δεν το ξέρετε ακόμα. Όχι, εσείς δεν είδατε τίποτα, δεν πάθατε τίποτα ακόμα".
Πριν από κάμποσα χρόνια όταν ήμουν στη Β Λυκείου είχα μια καθηγήτρια φιλόλογο που την έλεγαν Άλκηστι. Η Άλκηστις μας είχε πει για τον αδερφό της, τον Περικλή, κι εγώ γνώριζα τον Περικλή ως αδελφό της Άλκηστις. Μαλακία μου. Θα έπρεπε να ήξερα καλύτερα, ώστε να ρώταγα την Άλκηστι τι τον είχε τον Περικλή με το που θα άκουγα το επώνυμό της.
"Κοροβέση".Μεγάλωσα με τα κομμάτια του περιθωριακού Περικλή στην Ελευθεροτυπία. Και είχα όνειρο να επανεκτυπωθούν οι "Ανθρωποφύλακες" για να μπορέσω να διαβάσω αυτό το μνημειώδες έργο ενός ανθρώπου που το μόνο που ζήτησε ήταν ανθρωπιά.

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο "Ανθρωποφύλακες" του Περικλή Κοροβέση, σήμερα βουλευτή της Α Αθήνας με το ΣΥΡΙΖΑ. Ο Περικλής Κοροβέσης είναι για μένα, μαζί με το Μανώλη Γλέζο και το Χρόνη Μίσσιο, οι εν ζωή μορφές που έχει πάρει η Αντίσταση στη χώρα μας. Διάβασα το περίφημο αυτό βιβλίο που εκδόθηκε παράνομα το 1969 στην Ελλάδα (νόμιμα στο εξωτερικό) και ρίγησα από τα βασανιστήρια περιγράφει.
Θα μου πεις, σιγά, τι μπορεί να σου προσφέρει ένα βιβλίο που γράφτηκε για τη χούντα της επταετίας και την Αντίσταση εναντίον της. Λοιπόν, η απάντησή μου είναι το παραπάνω απόσπασμα. "Εμείς δεν είδαμε ακόμα τίποτα". Μπορεί να μην έχουμε χούντα με τη δικτατορική έννοια του όρου, όμως υπάρχουν πολλές καταπιέσεις μαζί που σιγά σιγά και με τον πιο ύπουλο τρόπο επιβάλλουν πάνω μας τη θέλησή τους. Τότε, τουλάχιστον, έλεγες "κάτω η χούντα των συνταγματαρχών" και ήξερες ποιος είναι ο αντίπαλός σου. Σήμερα ο κάθε άνθρωπος δείχνει να παλεύει μόνος του απέναντι τόσο στους από πάνω του, όσο - το χειρότερο - στους δίπλα του.
Ζήτωσαν, λοιπόν, ο Περικλής Κοροβέσης και οι συν αυτώ Γλέζος και Μίσσιος (και ένα "γεια μας" στο Χρόνη Μίσσιο που είναι και συμπατριώτης από την Καβάλα) που μας δίδαξαν και μας διδάσκουν ακόμη τι σημαίνει να αντιστέκεσαι.
Το κείμενο αυτό γράφτηκε για τα μοιράκια που νομίζουν πως ο Τσε Γκεβάρα είναι μια εφηβική αφίσα και ο Φιντέλ Κάστρο μια γραφική φιγούρα. Ο Τσε και ο Φιντέλ είναι η διεθνής προσωποποίηση της Αντίστασης, είναι για τον κόσμο οι Κοροβέσηδες, Γλέζοι και Μίσσιοι, είναι φως ανέσπερο.













