30.12.09

Ο λόγος στον Χρόνη Μίσσιο (1)

Είναι καμιά φορά που διαβάζεις κάτι και λες «γαμώτο, ήθελα εγώ να το έχω γράψει αυτό». Χθες βράδυ διάβαζα και ήταν μια από αυτές τις φορές. Νιώθω μεγάλη μου τιμή στο δικό μου χώρο να φιλοξενώ έστω και μια αράδα από τα αριστουργήματα που μας έδωσε ένας άνθρωπος που προτίμησε να βασανιστεί παρά να αποκηρύξει την ιδεολογία του. Είναι ανείπωτη τιμή για εμένα να αναφέρομαι σε έναν μεγάλο Καβαλιώτη, το Χρόνη Μίσσιο.

«Λέω, σ’ αυτό τον τόπο τα πράγματα που πάραξε ο άνθρωπος έχουν μιαν αλαφράδα, μια οικειότητα, στοργή και αγάπη για τη ζωή, άλλο πράμα. Ακόμα κι ο χριστιανισμός, που σε άλλους τόπους, όταν έγινε εξουσία, πέρασε από φωτιά και σίδερο όσους είχαν επιφυλάξεις ή σκάλιζαν τα πράγματα πέρα από ‘τας αγίας γραφάς’, ή δεν παπαγάλιζαν σωστά όσα διακήρυχνε ο κάθε πάπας ή αρχιεπίσκοπος, όπως και η καθοδήγησή μας, άλλωστε - βλέπεις, το νταβατζιλίκι είναι η μοίρα όλων των εξουσιών - εδώ, σε τούτον τον τόπο, παρέμεινε βασικά ανθρώπινος. Οι άγιοί μας είναι, να πούμε, κάτι ανάμεσα σε φιλαράκια, κουμπάρους και πολιτευτές, τους ζητάμε ρουσφέτια, εκδουλεύσεις, κι άμα δε μας κάνουνε τη χάρη, τους γαμούμε το κέρατο, που λένε. Είναι, να πούμε, σκιές ζωής. Οι πιο σοβαροί είναι αντίγραφα των πολιτικών μας νταβατζήδων, των βουλευτών, θέλουν λιβάνια, υποταγή και τα ρέστα. Η μόνη που δεν ασκεί εξουσία είναι η Παναγιά, αυτή η γυναίκα του λαού μας, που δίνει, δίνει, χωρίς να διεκδικεί για τον εαυτό της παρά τη λαχτάρα. Η μάνα που βλέπει το παιδί της να φεύγει σα βέλος μπροστά της, κι αυτή να λαχταράει, να τρομάζει για να καταλάβει αυτό το άγνωστο, το καινούριο που έφερε στον κόσμο, και που είναι ταυτόχρονα σάρκα της και ξένο. Είναι η πιο τραγική μορφή του ανθρώπινου είδους, γι’ αυτό σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία η εξουσία και η μάνα είναι τα κεντρικά πρόσωπα κάθε τραγωδίας, μόνο που η μάνα είναι ο αποδέκτης του πόνου, ενώ η εξουσία ο φορέας του. Ακόμα κι ο χριστιανισμός απογύμνωσε τη μάνα από κάθε εξουσία. Τα αρχαία μας καρντασάκια προσπάθησαν να το βολέψουν κι αυτό, δώσανε στη μάνα κάποιες εξουσίες, μόνο που και κει την πάτησε η κακομοίρα - η Αχίλλειος Πτέρνα, που λένε... Δεν ξέρω αλήθεια καμιά μάνα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, που να καταφέρνει να σώσει το παιδί της...»
Χαμογέλα, ρε... Τι σου ζητάνε;, εκδόσεις Γράμματα, 1988

28.12.09

Ζητείται τσίπα

Τον ήξερε κανείς τον Αδάμ Ρεγκούζα πριν τον παραιτήσει ο Κωστάκης; Μάλλον όχι.

Να θυμίσω. Ο Αδάμ ήτο υφυπουργός Οικονομικών στην πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή το 2004. Τότε είχε κατηγορηθεί πως είχε μεσολαβήσει έντονα, προκειμένου να δωθεί κρατική διαφήμιση σε καναλάρχη της βορείου Ελλάδας, ο οποίος ήταν αληθινό μπουμπούκι...

Μάλιστα στο σχετικό βίντεο που διέρρευσε και στο οποίο ο κ. Ρεγκούζας υπερηφανεύεται για την εν λόγω χορηγία παρουσιάζεται κυρία να του λέει διά μικροφώνου και με ιδιαίτερη έμφαση πως κυρίως χάρη σε αυτόν πήρε το κανάλι του κου Χρηστίδη την κρατική διαφήμιση. Σημειώνεται πως, σύμφωνα με το in.gr, ο Βασίλης Χρηστίδης που εκαρπώθη την κρατική χορηγία ήταν υπόδικος για σύσταση συμμορίας και απάτη, είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης για κακουργηματικές πράξεις και στη Δικαιοσύνη εκκρεμούσαν (τότε, 7/10/05) άλλες υποθέσεις που τον αφορούσαν.

Χαρακτηριστικό κομμάτι του δημοσιεύματος:

Τo κανάλι του εν λόγω ιδιοκτήτη, μαζί με άλλους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς, προέβαλε «στημένα» τηλεπαιχνίδια και εξαπατούσαν χιλιάδες άτομα. Την απάτη αποκάλυψε τον περασμένο Ιούνιο η Αστυνομία έπειτα από πολύμηνη έρευνα. Ο τζίρος των επιτήδειων εκτιμάται ότι ανήλθε σε δεκάδες εκατ. ευρώ, χρήματα τα οποία ενδεχομένως διοχετεύθηκαν σε offshore εταιρείες του εξωτερικού.

Αναφορικά με το θέμα της λειτουργίας των τηλεφωνικών γραμμών 090, οι οποίες σύμφωνα με τις καταγγελίες αποτελούσαν πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας του συγκεκριμένου καναλάρχη, ο κ. Ρουσόπουλος υπενθύμισε ότι μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, ο ίδιος επικοινώνησε εγγράφως και τηλεφωνικώς με το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο απηύθυνε επιστολή στον εισαγγελέα κ. Λινό, επί τη βάσει της οποίας έγιναν εισαγγελικές έρευνες στη Θεσσαλονίκη «που απέδωσαν τα γνωστά αποτελέσματα».

Στο βίντεο που προβλήθηκε στην «Ζούγκλα», ο κ. Ρεγκούζας εμφανίστηκε να μιλά σε εκδήλωση του συγκεκριμένου καναλάρχη (που έγινε τρεις μήνες μετά την αποφυλάκισή του) και να τονίζει ότι στήριξε στον παρελθόν τους σταθμούς του με διαφήμιση και ότι θα συνεχίσει να στηρίζει με όλες τους τις δυνάμεις την εν λόγω «προσπάθεια».
Καλό, λοιπόν, θα ήταν να τα έχουν υπ’ όψιν τους αυτά όλοι αυτοί που θα σπεύσουν να στηρίξουν την υποψηφιότητα του Αδάμ Ρεγκούζα για τη θέση του αιρετού περιφερειάρχη. Όπως αναφέρει σημερινό δημοσίευμα του in, ο εν λόγω δεν απέκλεισε σε πηγαδάκι με δημοσιογράφους την επάνοδό του εις την πολιτικήν κονίστραν από το συγκεκριμένο πόστο. Φυσικά, το γεγονός ότι οι πολίτες του αρνήθηκαν την επανεκλογή του στις πρόσφατες εκλογές ουδόλως τον πτοεί. Και τι είπε, λέει, ο αθεόφοβος.

...υπογράμμισε ότι επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην αιρετή περιφέρεια, λέγοντας ότι η επιλογή του υποψηφίου περιφερειάρχη που θα στηρίξει η ΝΔ πρέπει να γίνει με πολιτικούς όρους και όχι με όρους «Νίκου Ξανθόπουλου», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Λες και υπάρχει άλλος λόγος να ψηφίσει κανείς - φυσικά πλην του Χρηστίδη - τον Ρεγκούζα πλην «της φουκαριάρας της μάνας μου». Λες και δεν έβαλε το λιθαράκι του ο κ. Ρεγκούζας (θυμίζω ότι αναγραμματισμένος γίνεται "Γκρούεζας"...) για την διαδοχή γεγονότων που σωρευμένα οδήγησαν στην πανωλεθρία της ΝΔ στις 4/10. Λες και δεν αποδοκιμάστηκε αυτός (και όλοι οι άλλοι Ρεγκούζες) τότε. Μα καθόλου τσίπα πια;

Πάει η προθεσμία...

Τελικά πρέπει να το έχει το όνομα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Ο λαϊκισμός, έννοια συνυφασμένη μέχρι τη Μεταπολίτευση με τη (λαϊκή ενίοτε) δεξιά, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 άλλαξε στρατόπεδο και πήγε προς ΠΑΣΟΚ μεριά. Το μικρό διάλλειμμα της περιόδου Σημίτη, όταν τη σκυτάλη του λαϊκισμού πήρε η δεξιά του Κώστα Καραμανλή - όχι ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός, το τονίζω αυτό - με συνθήματα/διαφημιστικά σποτ αλήστου μνήμης όπως «υπάρχει καλύτερη Ελλάδα και τη θέλουμεεε», έληξε τελικά άδοξα με την προεκλογική περίοδο των ευρωεκλογών 2009, όταν το ΠΑΣΟΚ με έναν άλλο Παπανδρέου στο τιμόνι έταξε τα πάντα στους πάντες. Και με την κατάληψη της εξουσίας στις εκλογές του Οκτωβρίου βρήκε μπροστά της τις ίδιες της τις υποσχέσεις, πέφτοντας θύμα του δικού της λαϊκισμού.

Έτσι...

- η «κατάργηση» της συμφωνίας με την Cosco για τον ΟΛΠ έγινε «επαναδιαπραγμάτευση», την ώρα που όλες οι εξελίξεις στο Λιμάνι έμειναν σε αυτό. Χωρίς να ξέρει κανείς τι έχει γίνει.

- η «αύξηση πάνω από τον πληθωρισμό» (που τον Αύγουστο ήταν στο 0,8%) ήταν τελικά 1,5% με πάγωμα σε μισθούς άνω των 2.000 ευρώ που κανείς δεν ξέρει αν είναι μικτά, καθαρά, με επιδόματα ή άνευ. Α! Και ο πληθωρισμός τον Νοέμβριο ανέβηκε στο 2,1%. Δηλαδή οι αυξήσεις ήταν κάτω του πληθωρισμού, ήταν στην ουσία μειώσεις.

- το «πράσινο» μέτρο της απόσυρσης καταργήθηκε, αλλά παρέμειναν τα «πράσινα» τέλη. Θυμίζω ότι το πρώτο μέτρο έδινε λεφτά στους πολίτες, το δεύτερο τους τα έπαιρνε στεγνά. Μη ρωτάτε καν πότε θα πάρουν τα λεφτά τους αυτοί που πρόλαβαν να αποσύρουν...

- ο υφυπουργός Ντίνος Ρόβλιας, ο οποίος εκόπτετο για την κομματικοποίηση του κράτους και τα ευεργετήματα των «γαλάζιων» παιδιών, βάλθηκε να αποκαταστήσει τις αδικίες της πενταετίας 2004-09, τακτοποιώντας αιτήματα κάποιων - προφανώς - «πράσινων» παιδιών. Καρατομήθηκε - σωστά - με συνοπτικές διαδικασίες. Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν πέρασαν ούτε δύο μήνες από την εγκαθίδρυση της νέας κυβέρνησης πριν ο κ. Ρόβλιας αρχίσει να τακτοποιεί τους «ημετέρους», προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα ως προς την σπουδή του κατά τα άλλα αδέκαστου υφυπουργού.

- Τα νομοσχέδια του υπουργείου Οικονομίας περί των υπερχρεωμένων έγιναν δεκτά από την αγορά, αλλά όχι από τις τράπεζες που έσπευσαν εκτός δημόσιας διαβούλευσης να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους. Που, φυσικά, ακούστηκαν άμεσα από την κα. Λούκα Κατσέλη. Που στην αρχή είχε δηλώσει με παρρησία ότι «οι τράπεζες πρέπει να κάνουν κάποιες θυσίες για την ανάπτυξη» ή κάπως έτσι. Αλλά, όταν οι τραπεζίτες έσκασαν μύτη στο υπουργείο τους άκουσε και προφανώς τους υπάκουσε. Διότι εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε.

- Η διαδικασία πλήρωσης των θέσεων γενικών γραμματέων κατέληξε σε φιάσκο, καθώς βρέθηκαν στις θέσεις αυτές άτομα με αποδεδειγμένη κομματική προϋπηρεσία, άτομα χωρίς πτυχίο ή και άτομα που ανερυθρίαστα δήλωναν προς πάσα κατεύθυνση ότι «ήρθε η ώρα να τα κονομήσουμε». Τελικά, ωραίο πράμα αυτό το φέισμπουκ. Θυμίζω ότι στα προσόντα αναφέρεται και ότι ο υποψήφιος πρέπει να συμφωνεί με το όραμα του Γιώργου Παπανδρέου περί της δημόσιας διοίκησης και του κράτος πρόνοιας. Αυτά είναι... Κατά τα άλλα, ΑΣΕΠ σε όλες τις προσλήψεις στο Δημόσιο - πλην των γενικών γραμματέων που πρέπει να είναι δικά μας παιδιά, βεβαίως βεβαίως.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές απομένουν ακόμη 16 ημέρες για τις πρώτες 100. Φυσικά δεν έχει γίνει τίποτα. Με μεγαλοστομίες, ασάφειες, απαξίωση του (όποιου) έργου των προηγουμένων και λάσπη στον ανεμιστήρα δεν φτιάχνεται τίποτα και σίγουρα δεν ανατάσσεται καμία οικονομία. Ποζεριά και άγιος ο Δομίνικος. Φυσικά, επειδή στην Ελλάδα ζούμε, για άλλη μια φορά χάσαμε τις προθεσμίες...

27.12.09

Τέλος εποχής

Όσο ζούσε ο Χρήστος Λαμπράκης είχε ακούσει ουκ ολίγα για το ρόλο το δικό του και των εφημερίδων του όσον αφορά στον επηρεασμό της πολιτικής ζωής του τόπου.

Η αλήθεια είναι ότι το "Συγκρότημα" βρήκε ένα μη ουσιαστικά συμπληρωμένο κενό, αυτό της εκπροσώπησης της κεντροαριστεράς στα ΜΜΕ της χώρας. Εκεί πήγε και έβαλε - όχι χωρίς να το πιστεύει - τόσο τα "Νέα" όσο και το "Βήμα". Και τα κατάφερε άριστα, μπορώ να πω. Ακόμη κι αν οι εφημερίδες του είχαν ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση, εν τούτοις ήταν πάντα φιλόξενες σε φωνές μέχρι και εκ διαμέτρου αντίθετες σε αυτήν. Ανάλογα πρωτοπόρος ήταν και ο ρόλος των άλλων εντύπων του ΔΟΛ, του "Ταχυδρόμου" και του "Οικονομικού Ταχυδρόμου".
Τώρα που ο Λαμπράκης έφυγε, το ερώτημα είναι τι μένει πίσω. Ας αναρωτηθούμε. Ο Λαμπράκης ήταν πρώτα δημοσιογράφος και μετά εκδότης. Ήταν ο τελευταίος των "παραδοσιακών" εκδοτών. Καμία αμφιβολία, ο κατ' εξοχήν σκοπός του ΔΟΛ ήταν να πιέσει καταστάσεις. Ας σκεφτούμε, όμως, κάτι. Όποιος φτιάχνει ένα ΜΜΕ στην Ελλάδα γι' αυτό το λόγο το κάνει, για να πιέσει καταστάσεις. Απλά, οι παραδοσιακοί εκδότες έλεγαν πως "θέλω να πιέσω καταστάσεις με κάτι που θα είναι και αξιόλογο ως προϊόν". Οι εκδότες/καναλάρχες της νέας εποχής - που πρωτίστως είναι managers και όχι δημοσιογράφοι - πλέον λένε "θέλω να πιέσω καταστάσεις με κάτι που θα μου φέρνει λεφτά και θα είναι κερδοφόρο - ανεξάρτητα αν κάτω από το περιτύλιγμα κρύβονται τα βρωμερότερα σκατά".

Αυτή είναι, λοιπόν, η διαφορά μετά το θάνατο (και) του Λαμπράκη. Ακόμη κι αν σε κάποιους ήταν αντιπαθής, αυτά που είπα αποτελούν γεγονότα και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να θρηνήσει κανείς το χαμό ενός δημόσιου άνδρα. Ο κυριότερος είναι ότι η (ήδη φτωχή στις ημέρες μας) δημοσιογραφία έγινε φτωχότερη.